Στο παιχνίδι αυτό, με κάλεσαν πολλοί φίλοι: ο καλός μου Equilibrium, η αγαπημένη μου Ceralex, και η πανταχού παρούσα και άψογα ενημερωμένη στα καλλιτεχνικά δρώμενα Road- artist…Θέλω να τους ευχαριστήσω για την πρόσκληση αλλά πρέπει επίσης να ομολογήσω ότι «τάνυσα» ολίγον τους όρους του παιχνιδιού, ώστε να έρθουν στα μέτρα μου…Αυτό λοιπόν είναι το δικό μου σεναριάκι, με στίχους τραγουδιών…Καλή διασκέδαση…
Πες το με στίχους…
Το άκουγε να καλεί, ενώ με το άλλο χέρι μετακινούσε την μια βαλίτσα, ένας λευκός φάκελος φάνηκε από κάτω, έσκυψε και τον μάζεψε, καθώς άκουγε το ηχογραφημένο μήνυμα: «ο συνδρομητής που καλέσατε, έχει πιθανώς το τηλέφωνο κλειστό…Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα…»και ακολούθησε ο ήχος της παύσης.
Ο φάκελος έγραφε πάνω τ’ όνομά του, αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα της Μάνιας, τον άνοιξε βιαστικά, για να διαβάσει την πράξη του χωρισμού τους:
«Είναι κάτι αγάπες μου, που σηκώνω στις πλάτες μου», ξεκινούσε να γράφει το σύντομο σημείωμα με τα όμορφα γράμματά της, «είναι χρόνια που φύγανε, πες μου πού με πήγανε…Έφυγες για ταξίδι και πως μ’ αγαπάς δεν μ’ είπες…Το ‘χω παράπονο, της λησμονιάς σαΐτα μου…Σου στέλνω μ’ ένα γράμμα, του φεγγαριού τη λάμα, πριν ραγίσει απ’ το σεβντά μου, όλη η γη… Εδώ στου δρόμου τα μισά, έφτασ’ η ώρα να το πω, πως δεύτερη ζωή δεν έχει…Μένος εκτός, φεύγω απ’ αυτή τη σχέση…»
«Μα τι έκανα ο ηλίθιος, κι ό,τι θα της πρότεινα να μείνουμε μαζί…» σκέφτηκε και αρπάζοντας το κλειδί του αυτοκινήτου, όρμησε έξω από το σπίτι. Κατέβηκε τρέχοντας τους δυο ορόφους μέχρι την είσοδο, μπήκε στο αυτοκίνητο, και έφυγε σπινιάροντας…Ήταν περίπου η ώρα που έφευγε από τη δουλειά της…Έπρεπε να την προλάβει, πριν κατεβεί στο σταθμό του μετρό. Παρκάρισε παράνομα πάνω στο πεζοδρόμιο, μπροστά στις σκάλες, βγήκε από το αμάξι και περίμενε αγωνιώντας…Και πραγματικά την είδε να έρχεται προς το σταθμό, χωρίς να τον έχει δει, ανάμεσα σ’ όλον τον κόσμο…
«Μάνια!» της φώναξε κι έτρεξε προς το μέρος της, «έλα να σε πάω εγώ…»
«Εγώ τον πόνο τον βαστώ, την πίκρα την αντέχω, Αλέξανδρε, κι ας μην ξέρω που πηγαίνω, κι ας μην ξέρω τί γυρεύω, από ‘δω και πέρα…Τη ζωή μου μηδενίζω, πάει να πει πως ξαναρχίζω…, πίσω δεν ξαναγυρίζω…»
«Σε χρειάζομαι και πρέπει να μου δώσεις την ευκαιρία να σου εξηγήσω, και με λαχτάρα πόση, να ήξερες, το περιμένω αυτό…» της άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού.
Σα να λύγισε τότε το πείσμα της Μάνιας μπροστά στην επίμονή του. Μπήκε στο αυτοκίνητο και εκείνος έκανε το γύρο και μπήκε κι αυτός.
«Όταν στα μάτια σε κοιτώ, δεν θέλω να τα κλείνεις, γίνεσαι νύχτα βροχερή, κι απ’ έξω με αφήνεις…Θέλω να γυρίσω, μα ο παράδεισος κλειστός…Κι όλο εσένα θέλω μόνο…»της είπε, ενόσω ο κόσμος που τους προσπερνούσε για να κατέβει στο μετρό, πλήθαινε.
«Μην ορκίζεσαι, μην ορκίζεσαι, μάτια μου…
«Τι δε θα ‘δινα, το γύρο του κορμιού σου να ξανάκανα, της είπε ψιθυριστά, όμως εκείνη τον έσπρωξε μακριά:
«Αχ Αλέξανδρε, ένα κορμί δεν είναι μόνον αγκαλιά, είναι μια πατρίδα που θα γίνει ξενιτιά, για σένα…Αν είχε ο πόνος αίμα, θα κοκκίνιζε βουνά…»του απάντησε και προσπάθησε να βγει από το αμάξι, όμως εκείνος ήταν ανένδοτος, άπλωσε το χέρι του και κράτησε το χερούλι της πόρτας να μην ανοίξει και φύγει.
«Εδώ να μείνεις, να με κρατήσεις αγκαλιά» της είπε, «εδώ και τώρα, γιατί είναι ο δρόμος μας παλιός και κατηφόρα…Δεν φεύγω τώρα και απ’ τη ζωή σου δε θα βγω…Και ποντάρω τη ζωή μου, στην αγάπη σου επάνω, γιατί σε θέλω…, και σ’ αγαπώ…»
«Σε θέλω στο πλευρό μου, ακοίμητο φρουρό μου…»
«Θα γίνω αυτό που θέλεις, αρκεί να είμαστε μαζί…Πάμε ξανά στα θαύματα, όπως μια φορά…κι όσα ονειρευτήκαμε μαζί θα σου θυμίσω…Όνειρα που κάναμε μαζί πάνω στο ίδιο μαξιλάρι, μού’ λειψες πολύ…»
«Στη νύχτα του κόσμου, το χέρι σου δώσ’ μου, παρηγοριά μου…» του είπε, και ‘κεινος την αγκάλιασε αμέσως και φιλήθηκαν…Έβαλε μπρος στο αμάξι και βγήκαν στο δρόμο.
ΚΙ έφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση ακούγοντας το cd των μεγαλύτερων επιτυχιών της Αρβανιτάκη, και ΄γω ακόμα τους ψάχνω για να το πάρω πίσω…Χα,χα,χα,χα,χα! Παίξτε το και ΄σεις! Σας προσκαλώ όλους…





