Bracelets

Βραχιόλια με ασήμι 925 και πολύτιμες πέτρες

Earings

Σκουλαρίκια με ασήμι 925 και πολύτιμες πέτρες

Necklaces

Περιδέραια με ασήμι 925 και πολύτιμες πέτρες

Hairpins

Καρφίτσες με ασήμι 925 και πολύτιμες πέτρες

Rings

Δαχτυλίδια με ασήμι 925 και πολύτιμες πέτρες

Special Constructions

Ειδικές κατασκευές με ασήμι 925 και πολύτιμες πέτρες

Showing posts with label Μυθιστορίες. Show all posts
Showing posts with label Μυθιστορίες. Show all posts

Thursday, December 4, 2008

Η Φωτεινή στο κατώφλι…

Η Φωτεινή άνοιξε το παράθυρο του μικρού σπιτιού της, μπροστά στη θάλασσα…Είχε καταιγίδα χθες βράδυ, το μικρό κεφαλόσκαλο ήταν γεμάτο με άμμο και φύκια, φερμένα από την παραλία…
«Παραλίγο να το σηκώσει το παλιόσπιτο, κι εμένα μαζί…Να μας βρούνε να πλέουμε μπροστά στο Αρσενάλι, ή να μας πάρει καλύτερα η θάλασσα να μας πάει στον πάτο…» μονολόγησε και μισόκλεισε τα παντζούρια επειδή ο ήλιος την χτύπησε κατευθείαν στα μάτια…Πήρε μαζί της την σκούπα της και βγήκε στο κατώφλι να καθαρίσει την άμμο…, με την πλάτη προς τον ήλιο…68 χρονών ήταν η Φωτεινή…Τίποτα δεν είχε μείνει από την Φωτεινή των νεανικών της χρόνων…Ούτε καν αυτά τα κατσαρά καστανοκόκκινα μαλλιά της δεν ήτανε αναγνωρίσιμα…Δεμένα τα κράταγε σε ένα φακιόλι, να μην φαίνονται… Στράγγισε από νωρίς, από την ώρα που απαρνήθηκε τον Μανώλη, τον Μανώλη που έφυγε στην ξενιτιά, 23 χρονών παιδί…
Για μια στιγμή απόκαμε να σκουπίζει…Στο φως του ήλιου όλα ήταν τόσο μα τόσο σκληρά και ανάγλυφα, όλες οι ρυτίδες των χεριών της, οι σακουλιασμένοι ρόζοι τους, τα άσπρα νύχια, η ηλικία και η μοναξιά σμίλεψε το κοριτσίστικο κορμί της σε ένα κουρελιασμένο τώρα σώμα, που τιμωρώντας το ακόμα περισσότερο, τύλιγε σε άχρωμες ρόμπες…
Από την ώρα που έφυγε ο Μανώλης, κύρτωσε η Φωτεινή…Σαν εκείνο το μελαχρινό αγόρι με το νοτισμένο δέρμα από την θάλασσα και τον ήλιο, να ήταν το στήριγμα που της το πήραν από τα 19 της, θα έλεγε κάποτε, για να γλυκάνει τον πόνο της, ή τον θυμό της…Κι όμως αυτός ήταν που ευωδίαζε αλάτι και κρίταμο, εκείνο το αλμυρό θαλασσόχορτο που φύτρωνε στα ανοίγματα των βράχων και τις πετρώδικες παραλίες…
-Έλα μαζί μου Φωτεινή, την παρακάλαγε για μέρες, βδομάδες, μήνες, κρατώντας τα χέρια της σφιχτά μέσα στα χέρια του…Θα μας στηρίξει η αγάπη μας και θα τα καταφέρουμε…»
-«Η μάνα μου, η θειά μου», απάνταγε η Φωτεινή… «Το σπίτι που θα μείνει…»
-«Η αγάπη θα μας κρατήσει, και θα γυρνάμε συχνά πίσω…Μόνον να φύγουμε, τώρα που υπάρχουνε δουλειές…Θα δουλέψουμε και θα σταθούμε, μαζί με την αγάπη μας, για φάρμακο και βάμμα…Έγραψα στον θείο μου, μας περιμένει…Θα περάσουμε τις δυσκολίες και θα γυρίσουμε μια μέρα…Δεν έχει μείνει τίποτα πια στο νησί…»
-«Η μάνα μου είναι εδώ…Το σπίτι…»
-«Αχ Φωτεινή», έκλαιγε ο Μανώλης παρακαλώντας με τα εισιτήρια του πλοίου στο χέρι, «δεν φεύγουμε για πάντα, κι είναι νέα η μάνα σου…Το σπίτι θα το βρούμε όταν γυρίσουμε απ’ τα ξένα…» Κι εκείνη αρνιόταν…
ΚΙ ο Μανώλης έφυγε μόνος του για την Αμερική…Ορφανός από μάνα και πατέρα, για χρόνια ξενοδούλευε σε τράτες και καΐκια, για να βγάλει το εισιτήριο για την Αμερική, να πάει κοντά στον αδελφό του πατέρα του, μετανάστης κι εκείνος στo Νιου Γιορκ…Έζησε, πέθανε; Τα κατάφερε; Πάντως δεν ξαναγύρισε στο νησί, αλλά τα πρώτα χρόνια, της έστελνε γράμματα τακτικά, μα εκείνη δεν καταδέχτηκε ν’ απαντήσει, μέχρι που σταμάτησαν κι αυτά να έρχονται…Κι η Φωτεινή γηροκόμησε πρώτα την μάνα, και μετά την θεία…Πατημένα ενενήντα έφυγαν κι οι δυο, η κάθε μία στον καιρό της…Το σπίτι της έμεινε και γίνηκε ερείπιο, σαν τη μετανιωμένη Φωτεινή που κάθε μέρα, κάθε χρόνο, από τότε που έφυγε ο Μανώλης, έβγαινε με την σκούπα να καθαρίσει την άμμο απ’ την εξώπορτα, ρημαγμένη σαν κι εκείνο, στεγνή από αγάπη και συγχώρεση…
-«Που να σε πάρει και να σε σηκώσει ο άνεμος κι η θάλασσα, και σένα και το σπίτι σου μαζί», γκρίνιαξε απηυδισμένη η Φωτεινή και μπαίνοντας στο σκοτεινό ρημάδι, βρόντηξε την πόρτα πίσω της…

.......................................................................................................................
Οι όροι του μπλογκοπαίχνιδου αυτού είναι να χρησιμοποιήσετε τις λέξεις bold του ποστ, για να φτιάξετε ένα κείμενο με θέμα της αρεσκείας σας, είτε ως ποίημα, είτε ως πεζό…
Θαλασσινή μου, σ’ ευχαριστώ για τη πρόσκληση να παίξω σε τούτο το παιχνίδι, ελπίζω να σου άρεσε η συμμετοχή μου...
Κι εσείς φίλοι και φίλες συνμπλόγκερ, σας καλώ όλους και όλες να παίξετε αν θέλετε…Σας φιλώ…

Sunday, May 4, 2008

Μπλογκοπαίχνιδο 6

Στο παιχνίδι αυτό, με κάλεσαν πολλοί φίλοι: ο καλός μου Equilibrium, η αγαπημένη μου Ceralex, και η πανταχού παρούσα και άψογα ενημερωμένη στα καλλιτεχνικά δρώμενα Road- artist…Θέλω να τους ευχαριστήσω για την πρόσκληση αλλά πρέπει επίσης να ομολογήσω ότι «τάνυσα» ολίγον τους όρους του παιχνιδιού, ώστε να έρθουν στα μέτρα μου…Αυτό λοιπόν είναι το δικό μου σεναριάκι, με στίχους τραγουδιών…Καλή διασκέδαση…

Πες το με στίχους…


Μπήκε μέσα στο σπίτι του, ήταν σκοτεινό και μύριζε κλεισούρα. Παράτησε κάτω τις βαλίτσες, ακούμπησε το λαπ-τοπ με τη θήκη του πάνω στο γραφείο, και καθώς ξεκούμπωσε το ελαφρύ μπουφάν, το πέταξε πάνω στην καρέκλα του…Πήγε προς τη μπαλκονόπορτα και αφού σήκωσε τα ρολά, άνοιξε τα τζάμια: Το φως της μεσημεριού, αλλά και ο φρέσκος αέρας, ο θόρυβος του δρόμου, πλημμύρισαν το διαμέρισμα… «Να τηλεφωνήσω στη Μάνια …» σκέφτηκε και επέστρεψε στην είσοδο όπου είχε παρατημένα τα πράγματά του. Έλειπε τόσες μέρες για το επαγγελματικό του ταξίδι και δεν είχε επικοινωνήσει μαζί της, λόγω και της διαφοράς της ώρας…Είχε την εντύπωση ότι είχε βολεμένο το κινητό του στην μπροστινή τσέπη του μπουφάν. Το βρήκε και σχημάτισε τον αριθμό: 6939……..
Το άκουγε να καλεί, ενώ με το άλλο χέρι μετακινούσε την μια βαλίτσα, ένας λευκός φάκελος φάνηκε από κάτω, έσκυψε και τον μάζεψε, καθώς άκουγε το ηχογραφημένο μήνυμα: «ο συνδρομητής που καλέσατε, έχει πιθανώς το τηλέφωνο κλειστό…Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα…»και ακολούθησε ο ήχος της παύσης.
Ο φάκελος έγραφε πάνω τ’ όνομά του, αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα της Μάνιας, τον άνοιξε βιαστικά, για να διαβάσει την πράξη του χωρισμού τους:
«Είναι κάτι αγάπες μου, που σηκώνω στις πλάτες μου», ξεκινούσε να γράφει το σύντομο σημείωμα με τα όμορφα γράμματά της, «είναι χρόνια που φύγανε, πες μου πού με πήγανε…Έφυγες για ταξίδι και πως μ’ αγαπάς δεν μ’ είπες…Το ‘χω παράπονο, της λησμονιάς σαΐτα μου…Σου στέλνω μ’ ένα γράμμα, του φεγγαριού τη λάμα, πριν ραγίσει απ’ το σεβντά μου, όλη η γη… Εδώ στου δρόμου τα μισά, έφτασ’ η ώρα να το πω, πως δεύτερη ζωή δεν έχει…Μένος εκτός, φεύγω απ’ αυτή τη σχέση…»
«Μα τι έκανα ο ηλίθιος, κι ό,τι θα της πρότεινα να μείνουμε μαζί…» σκέφτηκε και αρπάζοντας το κλειδί του αυτοκινήτου, όρμησε έξω από το σπίτι. Κατέβηκε τρέχοντας τους δυο ορόφους μέχρι την είσοδο, μπήκε στο αυτοκίνητο, και έφυγε σπινιάροντας…Ήταν περίπου η ώρα που έφευγε από τη δουλειά της…Έπρεπε να την προλάβει, πριν κατεβεί στο σταθμό του μετρό. Παρκάρισε παράνομα πάνω στο πεζοδρόμιο, μπροστά στις σκάλες, βγήκε από το αμάξι και περίμενε αγωνιώντας…Και πραγματικά την είδε να έρχεται προς το σταθμό, χωρίς να τον έχει δει, ανάμεσα σ’ όλον τον κόσμο…


«Μάνια!» της φώναξε κι έτρεξε προς το μέρος της, «έλα να σε πάω εγώ…»
«Εγώ τον πόνο τον βαστώ, την πίκρα την αντέχω, Αλέξανδρε, κι ας μην ξέρω που πηγαίνω, κι ας μην ξέρω τί γυρεύω, από ‘δω και πέρα…Τη ζωή μου μηδενίζω, πάει να πει πως ξαναρχίζω…, πίσω δεν ξαναγυρίζω…»
«Σε χρειάζομαι και
πρέπει να μου δώσεις την ευκαιρία να σου εξηγήσω, και με λαχτάρα πόση, να ήξερες, το περιμένω αυτό…» της άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού.
Σα να λύγισε τότε το πείσμα της Μάνιας μπροστά στην επίμονή του. Μπήκε στο αυτοκίνητο και εκείνος έκανε το γύρο και μπήκε κι αυτός.
«Όταν στα μάτια σε κοιτώ, δεν θέλω να τα κλείνεις, γίνεσαι νύχτα βροχερή, κι απ’ έξω με αφήνεις…Θέλω να γυρίσω, μα ο παράδεισος κλειστός…Κι όλο εσένα θέλω μόνο…»της είπε, ενόσω ο κόσμος που τους προσπερνούσε για να κατέβει στο μετρό, πλήθαινε.
«Μην ορκίζεσαι, μην ορκίζεσαι, μάτια μου…
«Τι δε θα ‘δινα, το γύρο του κορμιού σου να ξανάκανα,
της είπε ψιθυριστά, όμως εκείνη τον έσπρωξε μακριά:
«Αχ Αλέξανδρε, ένα κορμί δεν είναι μόνον αγκαλιά, είναι μια πατρίδα που θα γίνει ξενιτιά, για σένα…Αν είχε ο πόνος αίμα, θα κοκκίνιζε βουνά…»του απάντησε και προσπάθησε να βγει από το αμάξι, όμως εκείνος ήταν ανένδοτος, άπλωσε το χέρι του και κράτησε το χερούλι της πόρτας να μην ανοίξει και φύγει.
«Εδώ να μείνεις, να με κρατήσεις αγκαλιά» της είπε, «εδώ και τώρα, γιατί είναι ο δρόμος μας παλιός και κατηφόρα…Δεν φεύγω τώρα και απ’ τη ζωή σου δε θα βγω…Και ποντάρω τη ζωή μου, στην αγάπη σου επάνω, γιατί σε θέλω…, και σ’ αγαπώ…»


«Σε θέλω στο πλευρό μου, ακοίμητο φρουρό μου…»
«
Θα γίνω αυτό που θέλεις, αρκεί να είμαστε μαζί…Πάμε ξανά στα θαύματα, όπως μια φορά…κι όσα ονειρευτήκαμε μαζί θα σου θυμίσω…Όνειρα που κάναμε μαζί πάνω στο ίδιο μαξιλάρι, μού’ λειψες πολύ…»
«Στη νύχτα του κόσμου, το χέρι σου δώσ’ μου, παρηγοριά μου…»
του είπε, και ‘κεινος την αγκάλιασε αμέσως και φιλήθηκαν…Έβαλε μπρος στο αμάξι και βγήκαν στο δρόμο.

ΚΙ έφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση ακούγοντας το cd των μεγαλύτερων επιτυχιών της Αρβανιτάκη, και ΄γω ακόμα τους ψάχνω για να το πάρω πίσω…Χα,χα,χα,χα,χα! Παίξτε το και ΄σεις! Σας προσκαλώ όλους…