Η Φωτεινή άνοιξε το παράθυρο του μικρού σπιτιού της, μπροστά στη θάλασσα…Είχε καταιγίδα χθες βράδυ, το μικρό κεφαλόσκαλο ήταν γεμάτο με άμμο και φύκια, φερμένα από την παραλία…«Παραλίγο να το σηκώσει το παλιόσπιτο, κι εμένα μαζί…Να μας βρούνε να πλέουμε μπροστά στο Αρσενάλι, ή να μας πάρει καλύτερα η θάλασσα να μας πάει στον πάτο…» μονολόγησε και μισόκλεισε τα παντζούρια επειδή ο ήλιος την χτύπησε κατευθείαν στα μάτια…Πήρε μαζί της την σκούπα της και βγήκε στο κατώφλι να καθαρίσει την άμμο…, με την πλάτη προς τον ήλιο…68 χρονών ήταν η Φωτεινή…Τίποτα δεν είχε μείνει από την Φωτεινή των νεανικών της χρόνων…Ούτε καν αυτά τα κατσαρά καστανοκόκκινα μαλλιά της δεν ήτανε αναγνωρίσιμα…Δεμένα τα κράταγε σε ένα φακιόλι, να μην φαίνονται… Στράγγισε από νωρίς, από την ώρα που απαρνήθηκε τον Μανώλη, τον Μανώλη που έφυγε στην ξενιτιά, 23 χρονών παιδί…
Για μια στιγμή απόκαμε να σκουπίζει…Στο φως του ήλιου όλα ήταν τόσο μα τόσο σκληρά και ανάγλυφα, όλες οι ρυτίδες των χεριών της, οι σακουλιασμένοι ρόζοι τους, τα άσπρα νύχια, η ηλικία και η μοναξιά σμίλεψε το κοριτσίστικο κορμί της σε ένα κουρελιασμένο τώρα σώμα, που τιμωρώντας το ακόμα περισσότερο, τύλιγε σε άχρωμες ρόμπες…
Από την ώρα που έφυγε ο Μανώλης, κύρτωσε η Φωτεινή…Σαν εκείνο το μελαχρινό αγόρι με το νοτισμένο δέρμα από την θάλασσα και τον ήλιο, να ήταν το στήριγμα που της το πήραν από τα 19 της, θα έλεγε κάποτε, για να γλυκάνει τον πόνο της, ή τον θυμό της…Κι όμως αυτός ήταν που ευωδίαζε αλάτι και κρίταμο, εκείνο το αλμυρό θαλασσόχορτο που φύτρωνε στα ανοίγματα των βράχων και τις πετρώδικες παραλίες…
-Έλα μαζί μου Φωτεινή, την παρακάλαγε για μέρες, βδομάδες, μήνες, κρατώντας τα χέρια της σφιχτά μέσα στα χέρια του…Θα μας στηρίξει η αγάπη μας και θα τα καταφέρουμε…»-«Η μάνα μου, η θειά μου», απάνταγε η Φωτεινή… «Το σπίτι που θα μείνει…»
-«Η αγάπη θα μας κρατήσει, και θα γυρνάμε συχνά πίσω…Μόνον να φύγουμε, τώρα που υπάρχουνε δουλειές…Θα δουλέψουμε και θα σταθούμε, μαζί με την αγάπη μας, για φάρμακο και βάμμα…Έγραψα στον θείο μου, μας περιμένει…Θα περάσουμε τις δυσκολίες και θα γυρίσουμε μια μέρα…Δεν έχει μείνει τίποτα πια στο νησί…»
-«Η μάνα μου είναι εδώ…Το σπίτι…»
-«Αχ Φωτεινή», έκλαιγε ο Μανώλης παρακαλώντας με τα εισιτήρια του πλοίου στο χέρι, «δεν φεύγουμε για πάντα, κι είναι νέα η μάνα σου…Το σπίτι θα το βρούμε όταν γυρίσουμε απ’ τα ξένα…» Κι εκείνη αρνιόταν…
ΚΙ ο Μανώλης έφυγε μόνος του για την Αμερική…Ορφανός από μάνα και πατέρα, για χρόνια ξενοδούλευε σε τράτες και καΐκια, για να βγάλει το εισιτήριο για την Αμερική, να πάει κοντά στον αδελφό του πατέρα του, μετανάστης κι εκείνος στo Νιου Γιορκ…Έζησε, πέθανε; Τα κατάφερε; Πάντως δεν ξαναγύρισε στο νησί, αλλά τα πρώτα χρόνια, της έστελνε γράμματα τακτικά, μα εκείνη δεν καταδέχτηκε ν’ απαντήσει, μέχρι που σταμάτησαν κι αυτά να έρχονται…Κι η Φωτεινή γηροκόμησε πρώτα την μάνα, και μετά την θεία…Πατημένα ενενήντα έφυγαν κι οι δυο, η κάθε μία στον καιρό της…Το σπίτι της έμεινε και γίνηκε ερείπιο, σαν τη μετανιωμένη Φωτεινή που κάθε μέρα, κάθε χρόνο, από τότε που έφυγε ο Μανώλης, έβγαινε με την σκούπα να καθαρίσει την άμμο απ’ την εξώπορτα, ρημαγμένη σαν κι εκείνο, στεγνή από αγάπη και συγχώρεση…-«Που να σε πάρει και να σε σηκώσει ο άνεμος κι η θάλασσα, και σένα και το σπίτι σου μαζί», γκρίνιαξε απηυδισμένη η Φωτεινή και μπαίνοντας στο σκοτεινό ρημάδι, βρόντηξε την πόρτα πίσω της…

.......................................................................................................................
Οι όροι του μπλογκοπαίχνιδου αυτού είναι να χρησιμοποιήσετε τις λέξεις bold του ποστ, για να φτιάξετε ένα κείμενο με θέμα της αρεσκείας σας, είτε ως ποίημα, είτε ως πεζό…
Θαλασσινή μου, σ’ ευχαριστώ για τη πρόσκληση να παίξω σε τούτο το παιχνίδι, ελπίζω να σου άρεσε η συμμετοχή μου...
Κι εσείς φίλοι και φίλες συνμπλόγκερ, σας καλώ όλους και όλες να παίξετε αν θέλετε…Σας φιλώ…





